ἄπολις

ἄπολις
ἄπολις, ι: gen. ιδος or εως, [dialect] Ion. ιος: dat.
A

ἀπόλι Hdt.8.61

:—without city, state or country, Id.7.104, 8.61, etc.; outlaw, banished man, ἄ. τινα τιθέναι, ποιεῖν, S.OC1357, Antipho2.2.9, Pl.Lg.928e, etc.;

προβαλέσθαι S.Ph.1018

;

ἀ. ἀντὶ πολιτῶν Lys.20.35

; ἄ. τῆς ἀρχαίας (sc. πόλεως) Aristid.Or.26(14).75.
2 no true citizen, opp. ὑψίπολις, S.Ant.370.
II of a country, without cities, Plu.Tim. 1, Philostr.VA1.24.
III πόλις ἄπολις a city that is no city, a ruined city,

ἄ. Ἰλίου πόλιν ἔθηκας A.Eu.457

, cf. E.Tr.1292; also, one that has no constitution, no true city, Pl.Lg.766d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἄπολις — without city masc/fem nom sg ἄπολις without city fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπολις — (Α ἄπολις, ιδος κ. εως κ. ιων. ιος, ι) 1. αυτός που δεν έχει δική του πόλη, ο άπατρις 2. αυτός που έχασε τα πολιτικά του δικαιώματα νεοελλ. ο στερημένος από κάθε ιθαγένεια, μη αναγνωριζόμενος από καμιά πολιτεία ως υπήκοος της αρχ. 1. ο μη γνήσιος …   Dictionary of Greek

  • ἀπόλεις — ἄπολις without city masc/fem nom/voc pl (attic epic) ἄπολις without city masc/fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλισι — ἄπολις without city masc/fem dat pl (epic doric ionic aeolic) ἄπολις without city fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλισιν — ἄπολις without city masc/fem dat pl (epic doric ionic aeolic) ἄπολις without city fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπολι — ἄπολις without city masc/fem voc sg ἄπολις without city fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπολιν — ἄπολις without city masc/fem acc sg ἄπολις without city fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλεσιν — ἄπολις without city masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλιδα — ἄπολις without city fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλιδας — ἄπολις without city fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλιδες — ἄπολις without city fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”